Ανδρέας Καρκαβίτσας: Πόλη

Ειδήσεις

Ανδρέας Καρκαβίτσας: Πόλη

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΚΑΒΙΤΣΑΣ

Πόλη

1893, του Γενάρη 1. Παρασκευή. Πρωτοχρονιά. Αλλά τόσο την αισθάνομαι, όσο αισθάνθηκα και τα Χριστούγεννα, όσο θα αισθανθώ και τις Αποκριές και τη Λαμπρή ακόμη. Ο άνθρωπος στο πλοίο χάνει κάθε γιορτή και κάθε σημασία του καιρού. Η μια ημέρα έρχεται και μας βρίσκει όπως μας άφησεν η άλλη. Καμία μεταβολή στην υπηρεσία, στο φαγί, στις συνήθειες καμία. Όλα τα ίδια, ταχτικά, μετρημένα, μονότονα. Στην ξηρά είναι η ζωή, στην ξηρά η αγάπη, στην ξηρά η χαρά. Κράξε με γλήγορα, ξηρά μου ποθητή, γιατί αρρώστησα!

4 του Γενάρη. Μόλις σήμερα εκαθάρισεν ο καιρός. Όλες τις ημέρες, αφότου εφθάσαμ’ εδώ, δεν έπαψε το χιόνι να πέφτει πυκνό. Όλες οι είσοδες στην Πόλη κατασκότεινες. Τα βαποράκια που κάνουν την συγκοινωνία του Βοσπόρου, του Καταστένου και των νησιών, πολλά εκινδύνεψαν να εξοκείλουν, πολλά εσυγκρούσθηκαν και τέλος έπαψαν τις γραμμές τους. Όσα ήσαν στο λιμένα, έμειναν αποκλεισμένα.

Όλες οι ομιλίες των ναυτικών δεν έχουν άλλο σκοπό παρά να ταλανίζουν την πικρή μοίρα των συναδέλφων τους, όσους έμπλεξεν ο κακός χιονιάς στ’ άγρια νερά της Μαύρης Θαλάσσης. Με ψυχοπόνια περιμένουν ν’ ακούσουν ναυάγια. Με καρδιοχτύπι ετοιμάζονται να κλάψουν συγγενή τους κανένα, είτε φίλο είτε συντοπίτη τους. Δυστυχισμένε ναυτόκοσμε! Πόσο με κάνεις να πονώ και πόσο να σ’ αγαπώ αφότου άρχισα να γνωρίζω τις κακοπάθειές σου…

Το χιόνι εκάθητο παχύ στο κατάστρωμα του πλοίου μας. Στα πλευρά, κατά το φύσημα του ανέμου, ερχόταν κι εκολλούσε και τ’ άσπριζεν ολόκληρα σαν ασβεσταλειμμένα. Στα κάγκελα, στα σχοινιά, στα ξάρτια και στα σίδερα· στις βάρκες και την καπνοδόχο και τις γέφυρες· στους διαδρόμους και το καμαρί και τα βίντσια και τα καουλάργανα· στις σταύρωσες και τα κατάρτια, όπου και αν εύρισκεν εξοχή είτε χαραμάδα, εκαθόταν κάτασπρο και πάναγνο το χιόνι κι έδειχνε το χαμαλοβάπορο, ονειροφάνταστο πλεούμενο νεράιδας, έτοιμο να γλυκαρμενίσει στις ζηλεμένες χώρες των παραμυθιών.

Αλλά και στ’ άλλα περίγυρά μας ξύλα, την ίδια εχάριζεν ονειροφάνταστη ομορφιά. Από τις μικρές κομψές θαλαμηγούς των πρέσβεων, που βρίσκονται αγκυροβολημένες μπροστά στο Μπεσίκτασι, έως τους πλεούμενους κολοσσούς της ρωσικής εταιρείας· από τους χρυσαλειμμένους γοργοκίνητους μπιγιαντέδες, που σαν χέλια εγλιστρούσαν εδώ κι εκεί στ’ ανήμερα νερά, έως τις χονδροκαμωμένες βάρκες και τις ράθυμες καρβουνομαούνες και τους πρησκοκοίληδες καγκαλήδες που έμεναν αραγμένοι, ένας απάνω στον άλλον, μπροστά στη Γέφυρα, όλα έχασαν την ασχήμια τους και τη λέρα τους, άφησαν, νομίζεις τη θλίψη και την κατήφειά τους κάτω από το αγνό στολίδι κι έγιναν εκείνα από τα παράδοξα μυθολογήματα της ανατολής. Και περίγυρα η Εφτάλοφος, κάτασπρη όλη από γυαλί σε πέτρα και από διάσελο σε πλαγιά, και από κήπο σε νεκροταφείο, και από καλύβα σε παλάτι, χαριτωμένη και πάναγνη και γλυκογελούσα, έδειχνε αληθινότατο το τούρκικο ρητό, που την παρομοιάζει με διαμάντι αχτινομέτωπο, μέσα σε δυο σμαράγδια και δυο ζαφείρια καλοδεμένο.

Από την αυγή σήμερα πυκνή ομίχλη σκεπάζει το λιμένα και την πόλη ολάκερη. Μέσα στο πλοίο δεν ξεχωρίζει ο ένας τον άλλον. Κάθε εργασία και κάθε κίνησις έπαψε. Μέσ’ από την ομίχλη βγαίνουν εδώ κι εκεί σφυρίγματα δυνατά, συγκρατητά, παραπονιάρικα, σαν κραυγές απελπισμένου ζητούντος βοήθεια.

Ο ήλιος ανατέλλει απάνω από το Σκούταρι, αλλά δεν είναι ικανός να διαλύσει την ομίχλη. Άφωτος ανατέλλει, θαμπός, ωχροκίτρινος σαν νεκρός. Κάποτε μόνον τοξεύει έξαφνα πλήθος ακτίνων και ροδοβάφει τα χιόνια και πυρπολεί τα γυαλοπαράθυρα του Γαλατά και φλογίζει τα μετάλλινα μισοφέγγαρα των τζαμιών και των πύργων, ώστε ποταμός πέλαος χύνεται έξαφνα και πλημμυρίζει τ’ άπιαστα κύματα της ομίχλης, και καθρεφτίζεται σπιθόβολος στα πράσινα νερά. Αλλά για μιας πεισματάρα, νομίζεις, η ομίχλη συμπυκνώνεται πάλι, πάλι θεμελιώνει απέραστο τον αεροκάμωτο τοίχο της, πέφτει απάνω στον ήλιο και του σκεπάζει τις ακτίνες· γλιστρά στα γυαλοπαράθυρα και αχνίζοντας τα θαμπώνει· ανεβαίνει στα τζαμιά και τους πύργους και τυλίγει μαύρα τα μισοφέγγαρα σε τουλούπες υγρασίας και σκοτεινιάς.

 

Και αυτό το πάλεμα του λαμπρού φωτός και της υγρής ομίχλης βαστά, πότε νικώντας του ενός και πότε της άλλης πεισματικά αντιπατώντας, έως το μεσημέρι. Τέλος εφύσηξε παγωμένο τ’ αεράκι από ψηλά και εξέσχισεν αμέσως σε χίλια μύρια κύματα την πεισματάρα νύφη, τα έσπρωξε πέρα προς τη δύση γοργοκίνητα κι έλαμψεν ο ήλιος μ’ όλη του τη δόξα, απάνω από τη ναρκωμένη χτίση.

Έτσι κατόρθωσε να φθάσει στη σημαδούρα και να πέσει δίπλα μας η “Θράκη”, άλλο βαπόρι της εταιρείας μας. Έρχεται από την Ελλάδα και φέρνει νέα στους άνδρες του πληρώματος. Λέγει ακόμη πως η “Σπάρτη” βρίσκεται στη Βάρνα αποκλεισμένη και πως το “Βυζάντιο” εκινδύνεψε στον Κάβο Ντόρο κατεβαίνοντας από τη Θεσσαλονίκη. Τέτοιο ήταν, λέγουν, το κύλημα του πλοίου, ώστε ο πλοίαρχος έπεσεν απάνω στη γέφυρα και αναίσθητος εμετακομίσθηκε στο δωμάτιό του. Και τόση του ανέμου η δύναμις, ώστ’ έριξε κάτω τις σταύρωσες των καταρτιών. Και μ’ αυτά τα θλιβερά νέα, νά δίνεται κεντιά στις θλιβερές ομιλίες του ναυτόκοσμου.

Αυτός όμως ο άθλιος καιρός, το αηδές χιονόνερο και το ανυπόφορο κρύο, δε μ’ εμπόδισαν να πάγω την Παρασκευή στο προσκύνημα. Η αταξία που βλέπω να βασιλεύει σ’ όλα τα καμώματα της εταιρείας μας, μ’ έκαμε ν’ ακολουθήσω πιστά, όσον καιρό μείνω στην υπηρεσία της, το τούρκικο ρητό: “Ό,τι μπορείς να κάμεις σήμερα”, παραγγέλνει εκείνο, “μην τ’ αφήνεις να το κάμεις αύριο”. Και μου φαίνεται, κακά δεν κάνω. Πουθενά αλλού σ’ ολόκληρη την πλατιά ζωή, δεν απαντάται με τόση φρικτή αλήθεια η αμφιβολία της αύριον όσο στην “Πανελλήνιο”.

Από την αυγή, μόλις έγινε γνωστόν πως ο ήλιος ανέτειλε –κατά υπόθεση μόνον, γιατί ο ήλιος δεν εφάνηκε καθόλου την ημέρα εκείνη– σ’ όλους τους μιναρέδες και σ’ όλα τα δημόσια καταστήματα, στους πύργους του Σερασκεράτου και του Γαλατά και στα κατάρτια των τουρκικών πλοίων, η εθνική σημαία εσηκώθηκε κατακόκκινη, με τ’ άσπρο μισοφέγγαρο και το μοναδικό άστρο στη μέση της, κυματιστή στο φύσημα του ανέμου, με ράθυμη μεγαλοπρέπεια και δεσποτική με το χρώμα της, σαν ψυχωμένη ενσάρκωσις ολόκληρου του πολεμοθρεμμένου λαού, που την έχει σημάδι και δόξα του. Και σύνωρα αντήχησαν εδώ κι εκεί, απ’ όλα τα μέρη της απέραντης πρωτεύουσας, από τα κοιμισμένα ψηλώματα της Σταμπούλ και τα ήσυχα στενά του Κεράτιου και τις πολυθόρυβες πλαγιές του Σταυροδρομιού και τους ζωντανούς δρόμους του Γαλατά, σαλπίσματα κυματιστά και πρόσχαροι μουσικοί τόνοι.

Ήταν Τζουμά, δηλαδή Παρασκευή. Ακριβώς τη νύχτα που φέρνει την Παρασκευή, εκαταπιάστηκε ο Μωάμεθ, αρχηγός και στυλοβάτης ατάραχτος της τουρκικής θρησκείας. Αυτήν την ημέρα ο τουρκόκοσμος όλος, ο υποχρεωμένος από το Κοράνι του το Σαββάτο να προσεύχεται για τους Εβραίους, την Κυριακή για τους Χριστιανούς, τη Δευτέρα για τους προφήτες, την Τρίτη για τους σεϊχηδες και τους ιερωμένους, την Τετράδη για τους νεκρούς, τους αρρώστους και τους αιχμαλώτους, και την Πέφτη για όλον τον κόσμο ανεξίκακος, την Παρασκευή εγωιστής προσεύχεται αποκλειστικώς για τον εαυτό του και τη δόξα του. Και είναι αυτή η αληθινότερη και αγιότερή του προσευχή. Για τούτο δεν ημπορεί κανένας, ούτε αυτός ο σουλτάνος, να την αποφύγει.

Αυτός μάλιστα ο αυτοκράτωρ των κραταιών αυτοκρατόρων, το στήριγμα των μεγάλων του αιώνος, ο μοιραστής των στεμμάτων, η σκιά του Θεού επί της γης, ο θεράπων των ιερών χωρών Μέκκας και Μεδίνας, ο κύριος και πρόμαχος της αγίας Ιερουσαλήμ, ο κυρίαρχος τριών μεγαλουπόλεων, Κωνσταντινουπόλεως, Αδριανουπόλεως και Προύσης· ο κύριος της Δαμασκού, του μυριστικού της παραδείσου, της εν Συρία Τριπόλεως, του Καϊρου, μοναδικού στο είδος του· ο πάσης Αραβίας, Αφρικής, Μηδίας, Βάσρας, Δηλίμου και Βαγδατίου, της καθέδρας του Καλιφάτου και τόσων άλλων, αμέτρητων πόλεων και φρουρίων, ο σουλτάνος εκ σουλτάνων, είναι υποχρεωμένος, θέλοντας και μη, άρρωστος και μη, κακοδιάθετος και μη, ν’ αφήσει τα χρυσά του παλάτια και να πάγει στο προσκύνημα.

Αφού λοιπόν εκείνος, που σέρνει σαν βαριά αλυσίδα από πίσω του τόσους τίτλους και τιμές, θα επεριφρονούσε το χιονόνερο και το κρύο για να δειχθεί στον πιστό λαό του, πώς ημπορούσα εγώ ο ελάχιστος, που δεν έχω ούτε τίτλο και τιμή καμία, να μη το περιφρονήσω, αφού επρόκειτο να ιδώ ψυχωμένο και ολοζώντανο έν’ από τα δυσκολόπιαστα όνειρά μου;

Αποφασιστικός ερίχθηκα σ’ ένα καϊκι και βγαίνοντας στο Γαλατά επήρα το τραμβάι. Με τα ενοχλητικά σαλπίσματα του οδηγού και τα πεταλοχτυπήματα των αλόγων του τραμβάι, με την κουραστική σιγή και το ρεμβασμό των συνεπιβατών μου και τα δυσκολονόητα ρωμαίικα του υπαλλήλου, επέρασα τον υγρό και πολυσύχναστο δρόμο, ανάμεσ’ από συγκρατητή γραμμή υψηλών σπιτιών, κακοχρωματισμένων, φτωχικών, με σάπια παράθυρα και σκουριασμένους εξώστες· με κουρέλια ισκιάδων μαυρισμένων εδώ και με κομμάτια αραχνών νοτισμένων εκεί· με μπακάλικα και κρεοπωλεία και μανάβικα και τσαγκάρικα και καφενεία και κρασοπουλειά και μαγέρικα, με την ιδιαίτερη όψη του και την ξεχωριστή μυρουδιά του χυτή περίγυρα, κι έφθασα πίσω απ’ το Τοπχανέ, ανάμεσα σε στρατώνες μεγάλους και τζαμιά υπερήφανα. Από εκεί, με το τραμβάι πάντα, επέρασα το Φουντουκλί, απαντώντας πάλι την ίδια υγρασία των δρόμων και την ίδια θλιμμένη όψη των σπιτιών, πίσω από τ’ αφρόχυτα παλάτια του Ντολμά Μπαξέ, κι έφτασα στο Μπεσίκτασι. Από εκεί πεζός επήρα τον ανήφορο κι εβγήκα στο Γιλδίζ.

ΣΤΟ ΓΙΛΔΙΖ

Γιλδίζ θα ειπεί άστρο στην ποιητικότατη γλώσσα των Τούρκων. Κιόσκι ήταν μόνον εδώ προ ολίγων χρόνων. Κιόσκι χρυσοστόλιστο, μαρμαροπελέκητο, αγλαοπρόσωπο, λάμποντας μέσ’ από τους πράσινους θόλους των κουκουναριών, που ήσαν δασοφυτρωμένες περίγυρά του, σαν άστρο ακτινοβόλο εκείνη την ώρα ανατέλλοντας κατάκορφα στο βουνό. Κι εκατοικούσε σ’ αυτό μέσα μία από τις γυναίκες του σουλτάνου, η πλέον όμορφη και η πλέον χαριτωμένη, άστρο κι εκείνη ακτινομέτωπο, δορυφορώντας στη σταυροδρομία του τον μέγαν ήλιο, τον σουλτάνο.

Τώρα όμως το κιόσκι το ποιητικό έγινε ολόκληρη πόλις με παλάτια κάτασπρα και καμάρες και βρύσες και κήπους και κατοικεί μέσα ολόκληρη η Αυλή, με τη μυθική της μεγαλοπρέπεια και το μυστήριο. Αλλά το μυστήριο αυτό και τη μεγαλόπρεπη Αυλή δεν είν’ εύκολο ούτε να φαντασθεί κανείς πως ημπορεί να πατήσει. Για τούτο έμεινα κι εγώ παράμερα, έχοντας μπροστά μου το κομψό τζαμί, όπου θα ήρχετο ο σουλτάνος να προσκυνήσει και όπου τα σαλπίσματα που αντηχούσαν περίγυρα θα έσερναν οπίσω τους τα στρατεύματα που θα παρετάσσοντο ολόγυρά του.

Από την ώρα που έφθασα εκεί, το παράδοξο δεν έπαψε, σαν αναγκαστικό σύστημα, να ξετυλίγεται μπροστά μου, και ο θαμπωτικός πλούτος και η ασιατική μεγαλοπρέπεια δεν έπαψαν ν’ ανακατεύονται κάθε στιγμή με τη χυδαιότητα και τη φτώχεια και την αηδία. Εδώ ανέβαινε το δρόμο άμαξα πλουσιότατη που την έσερναν χρυσοχαλικωμένα, υπερήφανα άλογα με αμαξηλάτη λαμπροντυμένο και λακέ ψηλοκάπελον και από πίσω της, σύνωρα, εσερνόταν από ασθματικό κι σαρανταπληγιάρικο άλογο κάρο βρόμικο και λασποκυλισμένο, γεμάτο σκουπίδια είτε λαχανικά. Κι ενώ βουτημένος στο χρυσάφι και τυλιγμένος με την υπερηφάνεια και το δεσποτικό ύφος Δαρείου ανηφόριζε προς το παλάτι ο πασάς, σύνωρα κατέβαινεν από κει και δίπλα του επερνούσε χαμάλης ή σκουπιδιάρης κουρελοφορεμένος.

Μπέηδες και διπλωμάτες και άρχοντες παστρικαλλαγμένοι και χανούμισσες μεταξοντυμένες και κυρίες μοσχομύριστες εδιασταυρώνοντο κι ένα εγίνοντο πολλές φορές με λασποκυλισμένους Τούρκους και σκυλιά βρομερά και χανούμισσες κουρελιάρες. Το λαμπρό κόκκινο φέσι αντίκριζεν εδώ με πέντε δέκα φέσια καταλιγδωμένα και κατάμαυρα. Η χρυσοκέντητη στολή εδιπλάρωνε στην κουρελιασμένη στολή. Το δεσποτικό ύφος στο ύφος το δουλικό και ταπεινωμένο. Το αλαφρό και λουτρινένιο σκαρπίνι στη γαλότσα κοντά στην καταξεσχισμένη και το βουρκωμένο χοντρό πόδημα.

Τ’ άλογα αράθυμα, σελοχαλινωμένα, με το χρυσάφι και τ’ ασήμι, πίσω από μουλάρια και καλαθοφορτωμένα. Νομίζει κανείς πως με την αντίθεση εφρόντισε να δειξει τη λαμπρότητά της η τούρκικη Αυλή, όπως με την αντίθεση δείχνει και η πρωτεύουσά της όλη, απ’ άκρη σ’ άκρη, την αρμονία και τα κάλλη της.

Ένα με τ’ άλλο, προβαίνοντας πάντα της μουσικής, γλυκοκελαηδούσας, με τις χρωματιστές σημαίες και τα λαμπρά λάβαρα, ήρθαν κι επαρατάχθηκαν τα στρατεύματα. Πίσω από μία καγκελωτή φράχτη, ροβολώντας από την αντίκρυ πλαγιά, ήρθε κι επαρατάχθηκε το ιππικό, κάθε ίλη με ομοιόχρωμα άλογα, μαύρα είτε ψαρά, είτε μούρτζινα, όλα ψυχωμένα και αράθυμα, λαμπρότριχα και πλατοκάπουλα, με μάτι φλογερό και στόματα αφρισμένα και ιδρωμένα στήθη, μασώντας το σίδερο και σκόνη τρίβοντας τα λιθάρια. Κάθε άλογο με ομοιόμορφο καβαλάρη, μελαχρινό, ηλιοψημένο, με τα σταχτιά του φορέματα και το μαλλωτό καλπάκι στο κεφάλι και το σπαθί μακρύ στο αριστερό πλευρό και το κοντοτούφεκο περασμένο στην πλάτη και το μακρύ κοντάρι του με τη λόγχη και το κόκκινο μπαϊράκι ολόρθο κι έτοιμο για το κονταροχτύπημα στο δεξί του χέρι, καλοκαθισμένο στη σέλα, πύργο, νομίζεις, διπλοθεμελιωμένον και ακίνητον.

Γύρω στο τζαμί, πιάνοντας όλα τα σύρματα και όλες τις έξοδες του ανηφορικού κήπου, ήρθε με βήμα λεβέντικο και μετρημένο και κατά τον ήχο της μουσικής, βεργολυγίζοντας το σώμα, λες και του έδινε ζωή εκείνο και περηφάνια, ήρθε το πεζικό μέσα στην άκομψη, αλλά δυνατή και ντόπια γαλαζοστολή του, με τα κόκκινα σιρίτια και τα κίτρινα κουμπιά, και τα βυσσινιά γαλόνια των υπαξιωματικών, και το φέσι το ψηλό με την ολιγοστή φούντα, κι εσχημάτισε μέσα στα δένδρα γραμμές και δαιδάλους, πυκνοσπαρμένους από παπαρούνες και κρίνα, με τα κατακόκκινα φέσια και το γυαλιστερό ατσαλοσίδερο των λογχών.

Κι έπειτα ήρθαν, με την ίδια τάξη και το ίδιο περήφανο βάφισμα, οι μαθηταί των διαφόρων στρατιωτικών σχολών και οι πυροβολιστές και οι ζουάβοι, τυλιγμένοι στις κόκκινες χλαμύδες τους άλλοι, και άλλοι αράπηδες με τις άσπρες γκέτες τους και τα πράσινα σαλβάρια και τα κεντητά μεϊντανογέλεκα και το φέσι πλακωτό και δεμένο περίγυρα, με το πράσινο σαρίκι τους.

Επαρατάχθηκαν αυτοί σε τριπλούς και τετραπλούς στίχους, ζερβόδεξα του δρόμου, που ανηφόριζε προς το παλάτι, μισοί έρριζα στο κάτασπρο κιόσκι, όπου πηγαίνουν και κάθονται οι επίσημοι ξένοι, που θα ιδούν το προσκύνημα, και άλλοι μισοί αντίκρυ, προς τον κήπο και το τζαμί, μπροστά έχοντας τ’ αμέτρητα όργανα της μουσικής τους, αστραφτερά και τα πράσινα και τα κρεμεζά και τα κατακόκκινα φλάμπουρά τους με τις φούντες χαμηλωμένες και τα μισοφέγγαρα αγέρωχα ψηλά και τους αξιωματικούς ψυχωμένους όλους, με παρασημοφορεμένα λαμπρά στήθη και δοξαστές πληγές πολέμου στο πρόσωπο και μέτωπα τρανολαλούντα ολόκληρη ιστορία πολέμων και κατορθωμάτων.

Το νερόχιονο εξακολουθούσε να πέφτει, πότε αραιό πότε πυκνότερο, κι έλουζε την ψυχωμένη εκείνη και πολυποίκιλη ζωγραφιά, κανόντάς την απατηλότερη. Δεξιά μου του παλατιού τα χτίρια, μισοκρυμμένα στα πράσινα δενδρικά, έπαιρναν αγνότητα και ασπράδα χαριτωμένη. Η κοιλάδα η καταπράσινη, με τον αρματωμένο και άγρυπνο λαό της, έπαιρνε στη φαντασία μου θέση ενός των περιβολιών εκείνων των παραμυθιών, που φυλάγονται από ανήμερους και άγρυπνους δράκοντες.

Η αντικρινή πλαγιά του Σταυροδρομιού επρασίνιζε κι εκείνη νοτισμένη με τους κατηφορικούς δρόμους της, με τα περιμαντρωμένα φρύδια της· με την κοιλάδα της την ερημική εδώ και τη λακκούλα της εκεί, παραγεμισμένη από διάφορα, κατά το σχήμα και το χρώμα και την έκταση, χτίρια.

Συγκρατητά από εκεί τα χτίρια εκατέβαιναν όχι κανονικά, αλλά σωριασμένα το ένα στο άλλο, το ένα μπαίνοντας μέσα στο άλλο και συμπληρώνοντας τα χάσματα των δρόμων, και στο άπειρο μακρύνοντας τα γείσα, και ψηλώνοντας στο άφθαστο τους μαυρισμένους καπνοδόχους και τους μαυριδερούς μιναρέδες, και πλατύνοντας στο καταπληκτικό τους μολυβοσκέπαστους θόλους και τις καμάρες των λουτρών και των τζαμιών, και ανοίγοντας στο δυσκολοφάνταστο τις στέγες των σπιτιών, έως τη θάλασσα. Κι εκείνη εφαινόταν κάτω θολή και κυματούσα, αντίκρυ από το ομιχλωμένο ακρωτήρι του Βυζαντίου, όπου μαυριδερά εψήλωναν, μέσα από τα ξεροφυλλιασμένα δένδρα, τα χτίρια του σεραγιού και μεγάλο δίπλα επρόβαλε το κιτρινοβαμμένο χτίριο της Αγια-Σοφιάς.

Έτσι επήγαιναν άλλοτ’ εκεί, τις θεόσεπτες ημέρες, οι Έλληνες αυτοκράτορες να λετουργηθούν. Εσαρώνοντο και τότε οι δρόμοι και με κλαδιά δενδρολίβανου και δαφνόφυλλα, και άνθη μοσχομύριστα εστρώνοντο απ’ άκρη σ’ άκρη, και τα σπίτια ζερβόδεξα εστολίζοντο με υφάσματα πολύτιμα. Παρετάσσοντο και τότε έτσι, απ’ άκρη σ’ άκρη ζερβόδεξα, τα διάφορα στρατεύματα, οι Σχολές και οι Εταιρείες, τα Εξκούβιτα και οι Αριθμοί και οι Ικανάτοι και οι Βαριάγοι, με τις ποικιλόχρωμες φανταχτερές στολές τους και τις λαμπρές ασπίδες και τα κράνη τα μετάλλινα και τα σημαιοστολισμένα κοντάρια τους. Και ανέμιζαν ψηλά, με ράθυμη μεγαλοπρέπεια, οι σημαίες και τα λάβαρα, τα πελατίκια και τα βάνδα τους.

Κι επρόβαιναν οι αυτοκράτορες καβάλα στη χιονάτη χρυσοχαλινωμένη μούλα τους, με το ουρανοκατέβατο στέμμα το πυραμιδωτό και μαργαριταροκέντητο, με το κοκκινόλαμπρο επισφαίρωμά του στο τίμιο κεφάλι, τριβλάτιο χρυσοσωληνοκέντητο και μαργαριταρόφραχτο φορώνας κάτω από την πορφυρή χλαμύδα, ζωσμένοι το λιθοκόλλητο σπαθί, στο δεξί χέρι κρατώντας το Σταυρό και στ’ αριστερό την Ακακία, σύμβολα χριστιανικής πίστεως και βασιλικής αρετής, πατώντας στα μαργαριταρένια σκαλόλουρα με ποδήματα πορφυρά, αϊτοσημαδεμένα στα περισφύρια.

Και αμέσως έπεφταν μπροστά τους τα κοντάρια κι εχαμήλωναν οι ασπίδες και τα φλάμπουρα κι εχτυπούσαν τ’ ανάκαρα κι εφυσούσαν τα βούκινα και οι Βάραγγοι εσήκωναν βαρυκροτώντας τα πελέκια τους και οι Τσακόνοι τ’ απελατίκια τους και οι δήμοι ευφημούσαν με δύναμη, χαιρετίζοντάς τους για επίγειους θεούς.

Ο Σκουτάριος έτρεχε μπροστά, βαστώντας την αυτοκρατορική ασπίδα, κόκκινη, με το χρυσό σταυρό στη μέση και τα τέσσερα κατάχρυσα “Β” με τη μεγαλοπρεπή τους έννοια στις άκρες, και ο Τσαγγάς κρατώντας ψηλά τη σταυροφόρα σημαία του. Ζερβόδεξά τους ήρχοντο οι Ρομφαιοκράτορες, άρχοντες πολεμοθρεμμένοι και δυνατοί, με τη στρογγυλή τους ασπίδα βασιλοζωγραφισμένη και κοντάρι ολόχρυσο και φοβερό, έτοιμο να λογχέψει τον επίβουλο αδικητή.

Και ακολουθούσαν πίσω μάγιστροι και συγκλητικοί, βουτημένοι στο χρυσάφι και το μαργαριτάρι, καβαλάρηδες σε άλογα χρυσοχαλινωμένα και μαργαριταρόφραχτα. Και περίγυρα και μπροστά και πίσω τους, άλλοι πεζοί και άλλοι καβαλάρηδες, ακολουθούσαν οι Καίσαρες με τη χρυσοπόρφυρη τιάρα τους και οι Νοβελίσιμοι με την κορόνα και το χρυσόκλωστο ταμπάρο, και οι Μεγάλοι Λογοθέται με τη χρυσοκόκκινη του κεφαλιού σκέπη, και οι Κουροπαλάτες, πρασινοντυμένοι, με τα κατάχρυσα ραβδιά τους, και οι Πρωτοβεστιάριοι με τα πράσινά τους πέδιλα, και οι Δομέστιχοι χρυσάσπιδες και χρυσόλογχοι, και οι Βαρδαριώτες με τις κόκκινες μπερέτες τους και οι Μεγγλαβάτες, ζωσμένοι μάστιγες και ορθά κρατώντας τα δεκανίκια τους, και οι Κανδιδάτοι, τυλιγμένοι στην κάτασπρή τους τήβεννο.

Εχτυπούσαν τ’ ανάκαρα κι εφυσούσαν τα βούκινα κι ευφημούσαν οι δήμοι με δύναμη, χαιρετίζοντας για επίγειους θεούς τους αυτοκράτορες. Κι εκείνοι, κοσμοκράτορες και μεγαλοδύναμοι, επρόβαιναν χρυσοί μέσα στο χρυσό τους ψίκι, ήλιοι ολόλαμπροι μέσα στους λαμπρούς δορυφόρους τους, δοξαστοί μέσα στους δοξαστούς και τιμημένοι μέσα στους τιμημένους. Το κράτος από τον Ευφράτη έως την Αδριατική και από την ομιχλωμένη Βλαχιά έως την ηλιοψημένη Αραπιά· με τα πλούτη του και με τη δόξα του· με τη μεγάλη ιστορία και το θαυμαστό πολιτισμό του· με την περισσή υπερηφάνεια και την περισσότερη δύναμή του· εκαθρεφτιζόταν ολόκληρο εκεί, στα στεφανωμένα μέτωπα των αρχόντων, στ’ ατίμητα στολίδια τής πρωτεύουσας, στην ψυχωμένη λεβεντιά των στρατευμάτων και στην ευτυχία του λαού… Ωστόσο, το αρματωμένο και πιστό ανθρωπότειχο είχε τώρα σχηματισθεί διπλό και απέραντο περίγυρα στο τζαμί, σε μιλίων έκταση. Το πρώτο άρχιζε πυκνό και παραγεμισμένο από βαθμοφόρους απάν’ από το δρόμο του παλατιού, εκατέβαινε κυματιστό και συγκρατητό τον κατήφορο, εγύριζε έπειτα κι εξεδιπλωνόταν ολόισιο πίσω από τον καγκελωτό φράχτη, επαραγέμιζε το γούπατο, εγύριζε πάλι κι εσκάλωνε στον ανηφορικό κήπο, εχώνευε μέσα στους λαβυρίνθους κι εξαναφαίνετο ψηλά, έρριζα στην πύλη.

Παραμέσα άρχιζε το δεύτερο, πλέον πυκνότερο και δυνατότερο, εκατέβαινε κι εκείνο αντίκρυ του πρώτου έως το τζαμί, έπειτα εγύριζε απάνω, περισφίγγοντας το ιερό χτίριο, με ζηλότυπο και άγρυπνο βλέμμα δρακόντων, περίγυρα στον κρουσταλλένιο πύργο της Πεντάμορφης.

Και μέσα στο ανθρωπομάζωμα εκείνο, καμία δεν ακουόταν φωνή, καμία δεν εφαινόταν κίνησις, καμία του προσώπου έκφρασις άλλη παρά της υπομονής. Και η φύσις περίγυρα και ο σκοτεινιασμένος ουρανός και τα ομιχλωμένα βουνόκορφα και οι πλαγιές οι ήμερες και οι ερημικοί δρόμοι και τα χαυνισμένα σπίτια μακριά, όλα ενόμιζες πως επήραν των ανθρώπων εκείνων το αίσθημα κι έμεναν υπομονητικά, με θαμπωμάρα κι έκπληξη, προσμένοντας να προβάλει ο αντιπρόσωπος του Αλλάχ. Τέτοια, φαντάζομαι, θα είχεν έκπληξη μαρμαρωμένη η γη και ο λαός των Περσών, όταν οι άρχοντες επρόσμεναν να φανεί ο ήλιος, που θα έδειχνε μ’ ένα αλογοχλιμίντρισμα τον τυχερό βασιλιά τους.

Έξαφνα όμως όλα εκινήθησαν εκεί και θόρυβος εσηκώθηκε κυματιστός, απ’ άκρη σ’ άκρη. Διπλή κολόνα μεγιστάνων, με γαλάζια στρατιωτική στολή και περιμάνικα κόκκινα και χρυσοκέντητο παρασημοστολισμένο στήθος, επρόβαλε ψηλά από τον πλαγινό δρόμο κι εκατέβηκε με στρατιωτικό βήμα προς το τζαμί. Τα κόκκινα περιμάνικα, και τα χρυσά στήθη, και οι ζώστρες οι χρυσοκέντητες, και τ’ αργυροκέντητα σπαθόλουρα, και τα λαμπρά θηκάρια των σπαθιών, πιασμένα γυρτά με τ’ αριστερό χεροχτοντυμένο χέρι, και τα φέσια τα κόκκινα, ήρχοντο κι έσμιγαν ένα με τ’ άλλο κι εσχημάτιζαν διπλά ρέματα κρουσταλλένιου νερού, που μαρμαίρουν θαμπωτικά στου ήλιου το φίλημα.

Αλλά δεύτερη κολόνα, μεγαλύτερη και πλουσιότερη αυτή, εκατέβηκε σε λίγο από πάνω, με το ίδιο βάδισμα και την ίδια λάμψη. Και σύνωρα από κάθε μέρος της περιοχής, κάτω από τους πράσινους θόλους του κήπου, και πίσω από τους άσπρους τοίχους του παλατιού, και μέσα από τις ψιλοκέντητες καμάρες του τζαμιού, κι έξω στον ανοιχτόν αέρα του δρόμου, λαχταριστό παιάνισμα επήδησε και σαλπίσματα κυματιστά, κι ευφημίες μεγάλες ερίχθηκαν από τους στρατιώτες τριπλές, και ο μουεζίνης άρχισε γλυκόλαλος απάν’ από το μιναρέ τ’ οϊλέν ναμάζι.

Τα λογχοφόρα όπλα των στρατιωτών επρόβαλαν ορθά απ’ άκρη σ’ άκρη στο στρατιωτικό πρόσταγμα. Τα σπαθιά των βαθμοφόρων ταπεινά έγειραν στη γη. Τα πολύχρωμα χρυσοφορτωμένα φλάμπουρα και οι σημαίες εχαμήλωσαν, και η σουλτανική άμαξα, με τους δυο χρυσοντυμένους καβαλάρηδες ζερβόδεξα και τους δυο χρυσοντυμένους οδηγούς μπροστά, εκυλίσθηκεν αργοκύλητη ανάμεσα σεβασμού κι εκπλήξεως έως το τζαμί. Ο σουλτάνος, με μαύρη ευρωπαϊκή στολή απλούστατη και κοινό φεσάκι στο κεφάλι, εκαθόταν αντίκρυ στον χρυσοφορεμένο Γαζή Οσμάν πασά, ακολουθώντας κι εδώ τη μέθοδο της αντιθέσεως. Ούτε η φοβερή και ανίκητη ρομφαία του Ομάρ έζωνε τη μέση του. Ούτε το χρυσόφτερο του Μουράτ Δ΄ εστόλιζε το φέσι του· ούτε οι επωμίδες του Μετζίτ τους ώμους· ούτε η απονιά τού Αχμέτ του Α΄ εχύνετο περίγυρά του.

Μικρός, χαλκοπράσινος, με φρύδια καμαρωτά, μύτη μακριά και γυριστή, μηλομάγουλα μαραμένα, εκαθόταν η “πεντάκαλλη σημαία, το αξετίμητο πετράδι της σπάθης του ισλαμισμού”, συμμαζεμένος και βυθισμένος στο συλλογισμό. Δεν είχε σώμα ατσαλένιο, ούτε το βλέμμα του αϊτού, ούτε τη δύναμη του βασιλιά της ερήμου, όπως απαιτούσαν οι βάρβαροι καιροί των προγόνων του. Είχεν όμως τη συλλογισμένη έκφραση σοφού, λύνοντας, με του μεγάλου μυαλού τη δύναμη και την αστραπή, τα δύσκολα του απέραντου κράτους του ζητήματα, και τον ακοίμητο πατριωτισμό που απαιτεί η εποχή του. Κι έδειχνεν απ’ όλα του πως και τα δυο τα είχεν αφιερωμένα για τη σωτηρία του έθνους του και για την καταστροφή όλων των άλλων.

Για πρώτη φορά σήμερα επάτησα τη Σταμπούλ. Δεν επέρασα τη Γέφυρα. Από το πλοίο, μ’ ένα γοργοκίνητο, χρυσαλειμμένο καϊκι, εβγήκα στο Σερκεντζί, μπροστά στο μεγάλο σταθμό του ευρωπαϊκού σιδεροδρόμου. Από εκεί ανηφόρισα αμέσως, έχοντας αριστερά τα δυτικά τείχη του σαραγιού, ραγισμένα και αραχνιασμένα εδώ κι εκεί, και δεξιά συγκρατητά σπίτια ποικιλοπρόσωπα, ώσπου εβγήκα κατάμπροστα στην Αγια-Σοφιά.

Τυχερός εστάθηκα που πρωτοείδα τη Σταμπούλ χιονισμένη. Είναι αυτή το κύριο μέρος της Πόλης, όπου συγκεντρώνεται όλη η περσοελληνική παράδοσις του αρχαίου Βυζαντίου και η χιλιοπρόσωπη ζωή της ελληνικής αυτοκρατορίας, αλλά και της τούρκικης αυτοκρατορίας και κοινωνίας η ράθυμη έκφρασις και η σπάταλη μεγαλοπρέπεια. Εδώ η απλότης της Σπάρτης και η πολυτέλεια των Εκβατάνων. Εδώ η ειδωλολατρία της Ελλάδος και η ιδεολατρία της Ιουδαίας. Εδώ ο ρωμαϊκός Άρης και η ελληνική ταπείνωσις. Εδώ η αναβίωσις του Ελληνισμού και του Χριστιανισμού η ενσάρκωσις και του Μωαμεθανισμού το ριζοθεμέλιωμα. Εδώ ο ανταγωνισμός Ευρώπης και Ασίας, πεισματικός και αδιάκοπος. Ιδέες, σύμβολα, θρησκεύματα, τίτλοι, φορέματα, του ανθρώπου κάθε ματαιότης και κάθε οργασμός, σαν σε χωνευτήρι αχόρταστο, ρίχνονται και περνούν και χάνονται σαν ίσκιοι.

Από το 657 προ Χριστού, όταν ο Βύζας πρώτος ήρθε με τους Μεγαρίτες κι επάτησεν εδώ το πόδι του, έως την 11η του Μαγιού του 330, μετά Χριστόν, όταν ο Μέγας Κωνσταντίνος εγιόρτασε τα εγκαίνια της ελληνορωμαϊκής πρωτεύουσας, το μισοφέγγαρο έλαμπεν υπερήφανο σύμβολο του τόπου στο κεφάλι της Αρτέμιδος. Και από το 330 έως το 1453 έμεινεν αναστηλωμένος ο Σταυρός, το σύμβολο της νέας πίστεως και της νέας πρωτεύουσας. Κι έπειτα, έως σήμερα, και ποιος ηξέρει πόσον καιρόν ακόμη, λάμπει πάλιν εδώ για εθνικό σύμβολο το μισοφέγγαρο, απάνω σε χτίρια νέας και αιματοθρεμμένης θρησκείας. Και κάτω σε καθένα από αυτά τα τρία σύμβολα και κάτω σε καθεμία απ’ αυτές τις τρεις θρησκείες, πόσα κακά και πόσα καλά, πόσα αίματα και πόσα δάκρυα, πόσα άυλα κομψοτεχνήματα και πόσα υλικά μεγαλουργήματα, εσύλλαβεν ο ανθρώπινος νους κι εκτέλεσε το ανθρώπινο χέρι… Μόνο και να τα συλλογισθεί κανείς αυτά, θα πιστέψει τον τόπον όπου έγιναν χώρα των παραμυθιών.

Φαντάσου, λοιπόν, πώς ημπορεί να τον πιστέψει, όταν τον ιδεί καταπλακωμένον άκρη σ’ άκρη από το χιόνι. Το παραμύθι καταντά σε μαγευτική πραγματικότητα, που αρπάζει ολόβολη την ατομική συνείδηση και σέρνει το δυστυχισμένο κουφάρι εδώ κι εκεί ανέστιο και μωρό. Ώρες ολόκληρες εγύριζα στους στενούς δρόμους και τις ανοιχτές πλατείες, ανέβαινα τώρα σ’ ένα ψήλωμα κι έξαφνα εροβολούσα κάτω στο γούπατο. Τώρα είχα μπροστά μου ένα χιονισμένο κήπο και σύνωρα ευρισκόμουν περικλεισμένος από σανιδόσπιτα βουβά.

Τώρα έχασκα στο κομψοτεχνημένο παλάτι και τώρα στο κομψοχαλασμένο ερείπιο. Επρόσεχα στο συγνεφοϋφασμένο γιασμάκι της χανούμισσας και στην αιθεροπλάνητη φωνή του μουεζίνη. Έβλεπα τα χιλιόχρωμα φορέματα και τα μυριοέκφραστα πρόσωπα· τη γαλανή Προποντίδα και τον γαλανότερο ουρανό· κι είχα στα πόδια μου την Ευρώπη και την Ασία αντίκρυ μου. Και σ’ όλες αυτές τις ώρες, γλύκα βαθιά και μυστική εκρυφοδρομούσε στις φλέβες κι επερίχυνεν αθάνατο νερό όλη μου την ύπαρξη.

Το χιόνι απλωνόταν παντού ώς το γόνα. Δρόμοι και ξυλοκεράμιδα και δένδρα και πλατείες· τουρμπέδες και κιόσκια και βρύσες και τζαμιά. Καμάρες και κάγκελα και τάφοι, όλα ήσαν κάτασπρα κι έτοιμα στη μία του ήλιου αχτίνα μύριες να τοξεύσουν άλλες, χρυσογάλαζες και θαμπωτικές. Τα χρυσοπράσινα στολίδια της βρύσης εκείνης· το χιλιόχρωμο ψηφιδωτό εκείνου του τοίχου· τις λαμπρές πλάκες εκείνης της αυλής· το ψιλοσκαλισμένο δαιδάλειο γείσο εκείνης της σκεπής· τον κροσσοκέντητον εξώστη εκείνου του μιναρέ· το σαρακοφαγωμένο ξύλο εκείνης της πόρτας· τη μαυρισμένη καμάρα εκείνου του ερειπίου· το γυριστό κάγκελο, τον ζωγραφιστό τοίχο, τον βρομερό σωρό των σκουπιδιών και τις αντρειωμένες τσουκνίδες και τη μουχλιασμένη πλάκα και το ξεβαμμένο μαρμάρινο σαρίκι του τάφου και τους χρυσαλειμμένους τουράδες, όλα τα μισόκρυβε το χιόνι κι εδώ εχάριζε σταλαχτίες, εκεί ψιλοκέντητες ταντέλες, αλλού άνθη και περικοκλάδια, ζώα και φυτά ανύπαρκτα· ψυχή εχάριζε στ’ άψυχα και ομορφιά φανταστική στο άσχημο και το αηδές· αχτίνα ρουμπινού έδινε στο πρόστυχο λιθάρι και κύμα σέλαος στον σκουροφαγωμένο τενεκέ.

ΙΠΠΟΔΡΟΜΟΣ

Στην πλατεία της Αγια-Σοφιάς τα κλαδιά των δένδρων έσμιγαν κι εσχημάτιζαν απέραντη κρουσταλλοσκέπαστη στοά, που δεν εφαντάσθηκε ποτέ κανένας καλαίσθητος αυτοράτορας, και κανένας φαντασμένος σουλτάνος να κάμει. Το καλλιτεχνικότατο τζαμί του Αχμέτ έδειχνε πλουσιότερα και παραδοξότερα τα πλούσια και παράδοξα σκαλίσματά του. Το Ατ Μεϊντάν απλωνόταν σαν στέπα κυματιστή και του χιονιού τα καμώματα, ορθά περίγυρα στα κλαδιά των δένδρων, και στα κάγκελα του φράχτη, και στα μισοφέγγαρα των θόλων, και στους ολοκέντητους τριπλούς εξώστες των μιναρέδων, και στις ψηλές σκάλες, στα πολλά πορτοπαράθυρα, και στα γείσα, και στους νεροχύτες, και στις μυτερές γωνίες των περίγυρα χτιρίων, έφεραν κι επαράστησαν έξαφνα μπροστά μου ολόκληρο τον παλαιό Ιππόδρομο, με τα λαμπρά του χτίρια και τα ζωντανά του καλλιτεχνήματα.

Στη μέση, σε λάκκωμα τετραγωνικό καγκελόφραχτο, είδα τον αιγυπτιακό οβελίσκο, μονοκόμματο, γεμάτον και στις τέσσερες πλευρές από ιερογλυφικά γράμματα και, κοντά του, ορθό αντίκρισα το κομματιασμένο φίδι κλωθογύριστο, και από πίσω του τον χτιστό κολοσσό, ντυμένον άλλοτε με χάλκινες χρυσοκαπνισμένες πλάκες και τώρα γυμνόν και φτωχικόν σαν σαρακοφαγωμένον. Αυτά τώρα μόνα διατηρούνται εκεί, από τα τόσα και τόσα του Ιπποδρόμου καλλιτεχνήματα.

Αλλά το χιόνι μ’ έκανε να ιδώ, ένα με τ’ άλλο, όλα τ’ αγάλματα που εσύναξεν εκεί η καλαισθησία των αυτοκρατόρων από την Ελλάδα, και την Αίγυπτο και την Ασία, και τη Ρώμη, και σε τρία ημερόνυχτα κατάστρεψεν αλύπητα η βαρβαρότης των Σταυροφόρων. Μπροστά μου ήταν το έργο του Λυσίππου, ο μέγας Ηρακλής, ξαπλωμένος απάνω στη φοβερή λεοντή του, που και νεκρό αγριοκοίταζε το κεφάλι της κι έτοιμο ήταν βρούχισμα να ρίξει δυνατό. Απάνω στο ζερβί πόδι του συμμαζωμένο, άπλωνε μακρύ το δεξί του ο ήρωας και, θεμελιωμένον αγκώνα στηρίζοντας στη γη, έριχνε το σγουρόμαλλο κεφάλι στην πλατιά του απαλάμη, με θλίψη και συλλογή για του Ευρυσθέως την πικρή απονιά.

Κοντά στον Ηρακλή, γάιδαρος και γαϊδουρολάτης, μου έδειχναν του Αυγούστου την ευγνωμοσύνη στο νυχτερινό του συναπάντημα και τη νίκη του στο Άκτιο. Εκεί ύαινα και λύκαινα μου έδειχναν τις μεγαλόψυχες βυζάστρες του Ρωμύλου και του Ρώμου, και περίγυρα άντρας μεγαλοδύναμος επάλευε με μεγαλοδύναμο λεοντάρι, και με ποταμάλογο που με τα λεπιδωτά του πισινά έστεκεν ακίνητο, κι ελέφας πυργοθεμελιωμένος έσειε την προβοσκίδα του. Ήταν ακόμη μπροστά μου και οι Σφίγγες, φτεροπόδαρες με πεντάμορφο γυναικοπρόσωπο, αλλά με φριχτά και θηριώδη πισινά.

Και αψύ πουλάρι ήταν κοντά αχαλινάρωτο, φρουμάζοντας και σηκώνοντας τ’ αυτιά σαν να αυτιαζόταν ήχους υπερκόσμιους, και η Σκύλλα, γυναίκα κακή και παράνομη έως τη μέση, και αποκεί θαλασσινό πολυκέφαλο τέρας, πατώντας του Οδυσσέα το πλοίο και αρπάζοντας λαίμαργα τους συντρόφους.

Και χάλκινος αετός ήταν, πετώντας ψυχωμένος στον γαλανόν αιθέρα κι εκεί ξεσχίζοντας άγρια και βαρυκλαγκάζοντας νικητήρια το δόλιο φίδι που σπαράζει στα σπαθωτά νύχια του. Και καθώς ο ήλιος εχτυπούσεν εκεί και ετίναζε χρυσές αχτίνες στην πλάτη του χιονιού, επίστεψα χρυσές πως ήταν γραμμές, λέγοντας τις δώδεκα ώρες της ημέρας.

Ήταν ακόμη παρέκει και η χαριτωμένη γυναίκα, με τα μαλλιά χωρισμένα στο μέτωπο κι εκρατούσεν άκοπα κι ανάλαφρα, απάνω στο δεξί της χέρι, άλογο πετούμενο κι έτοιμο να δράμει αράθυμο στον πόλεμο, τραβώντας στις γερές πλάτες του σιδεραρματωμένο και πολεμόχαρο καβαλάρη. Παραμπρός ήταν ακόμη διφρηλάτες άνδρες, ορθοί, να τρέχουν στους δίφρους τους, και τώρα να κρατούν, τώρα ν’ αφήνουν ελεύθερα τα χαλινάρια των αλόγων και να τα παρακινούν, με το νεύμα και με τη φωνή, ακράτητα.

Και κοντά, απάνω σε χοντρό πωρολίθαρο, ζώα αιγυπτιακά, ασπίς και βασιλίσκος και κροκόδειλος ήταν κι επάλευαν κι εμάχοντο με λύσσα κι ετίναζαν τ’ ωχρό φαρμάκι τους και τον πόνο του κορμιού τους έδειχναν ψυχωμένο σε πρόσωπο σιχαμένο και τρομερό. Κι εκεί ήταν τα τέσσερα χρυσοκαπνισμένα άλογα, που εκαμάρωναν τους λαιμούς κι ετίναζαν τη χαίτη τους και αντιβλέποντο ψυχωμένα και ανυπόμονα ελάχτιζαν τη γη, έτοιμα να ριχθούν και να γοργοτρέξουν στον δρόμο.

Κι ήταν ακόμη η Ελένη, χιονομπρατσονάτη και καλλίσφυρη κι εγλυκάνοιγε τα χείλη της στο χαμόγελο, έτοιμη να κράξει τον πόθο και τον έρωτα. Και μέσα στ’ ακίνητα αυτά κι εκφραστικά καλλιτεχνήματα, που μόνο φωνή δεν είχαν για να μιλήσουνε, εζωντάνεψε έξαφνα στη φαντασία μου ο Ιππόδρομος όλος απ’ άκρη σ’ άκρη, γεμάτος από μεθυσμένα πλήθη. Είδα τους αυτοκράτορες και τους μεγιστάνες, ντυμένους στον πλούτο και τη δόξα, και άκουσα τους Πράσινους και τους Βένετους πότε να ευφημούν σαν θεό και πότε να βρίζουν άμυαλοι, σαν ελάχιστο, το βασιλιά τους.

5 του Γενάρη. Χθες βράδυ είχαμε θερμοκρασία εξ κάτω του μηδενικού. Σήμερα έχουμε μόνον τρία. Ο καιρός όμως εκαλοσύνεψε, και κατά τις δέκα την αυγήν, εφύγαμε για τη Μαύρη Θάλασσα. Ο Βόσπορος ήταν χιονοσκεπασμένος ζερβόδεξα έως τ’ ακρογιάλι. Τα παλάτια όλα κατάκλειστα. Τα χωριά έρημα. Καμία ψυχή στους δρόμους. Καμία βάρκα στα τόσα σκαλώματα. Θλίψις στη φύση περίγυρα. Θλίψις και μέσα στην ψυχή μου.

_______________________________________

  • Ανδρέας Καρκαβίτσας, Ταξίδια στον Πόντο, την Πόλη, τη Σμύρνη, εκδόσεις Μαλλιάρης-Παιδεία, 1991
  • Τις φωτογραφίες (περίοδος 1890) τις πήραμε από το ιστολόγιο https://katohika.gr

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΚΙ ΕΔΩ:

Τα Λόγια της Πλώρης ή ο Θαλασσινός Καρκαβίτσας 

Ἀνδρέας Καρκαβίτσας: “Η θάλασσα”

Ο Ανδρέας Καρκαβίτσας και το ηθογραφικό διήγημα !

Aνδρέας Kαρκαβίτσας: κύριος εκπρόσωπος του ηθογραφικού διηγήματος, μετά τον Παπαδιαμάντη

The post Ανδρέας Καρκαβίτσας: Πόλη appeared first on Times News.

Πηγή του άρθρου είναι: https://www.timesnews.gr